Σάββατο, 30 Απριλίου 2011

15 Γεννηθήτω ΦΩΣ.


Και είπε ο Θεός "Γεννηθήτω ΦΩΣ", και εγένετο φως.
Και μαζί γεννήθηκε και κάτι άλλο, ο χρόνος.
Και άρχισε η δημιουργία, και έφτιαξε ο Θεός τα δημιουργήματα του, και τέλος τον άνθρωπο.
Και άρχισε να τον παρατηρεί, μαζί με τον χρόνο, να εξελίσσετε, και να αυξάνει σε πληθυσμό.
Χαμογελούσε ο Θεός που τα δημιουργήματα του εξελίσσονταν κανονικά, και ο άνθρωπος άρχισε να ανακαλύπτει πράγματα και να λειτουργεί μέσα στην φύση αρμονικά. Όσπου κάποια στιγμή..........

Ένας άνθρωπος, ψαρεύει στήν όχθη ενός ποταμού, πιάνει ένα ακόμα ψάρι και το βάζει στό χορτάρι δίπλα του.
Έχει πιάσει και άλλα ψάρια, είναι αρκετά για να θρέψει την οικογένεια του, τα μαζεύει, μαζεύει και τα εργαλεία του και ξεκινά.
Βλέπει να τον πλησιάζουν κάποιοι άλλοι άνθρωποι, με ξύλα και πέτρες στά χέρια, απορεί, τί να θέλουν?
Τον πιάνουν και τον χτυπούν, τον αφήνουν νεκρό, παίρνουν τα ψάρια και τα εργαλεία και φεύγουν.
-Το είδες αυτό, λέει ο χρόνος στόν Θεό.
-Το είδα, απαντά ο Θεός
-Και δεν θα κάνεις κάτι?
-Θα καταλάβουν μονοί τους, είναι νωρίς ακόμα, θα καταλάβουν
-Καλά και αυτοί? ρωτά ο χρόνος τον Θεό, δείχνοντάς του ένα άλλο σημείο.
Εκεί, σε μια σπηλιά δίπλα σε μια φωτιά που σιγόκαιγε μια μητέρα τυλιγμένη σε μια γούνα με ένα μωρό στην αγκαλιά.
-Και αυτοί? επιμένει ο χρόνος, δεν θα κάνεις τίποτα? Τι θα γίνουν αυτοί?
-Τους έχω δώσει μυαλό, μπορούν να τα βγάλουν πέρα, αρκεί να προσπαθήσουν για να πετύχουν, να κερδίσουν την ζωή, απάντησε.
Ο χρόνος πέρασε, η ζωή άλλαξε ο άνθρωπος εξελίχτηκε, πλήθυνε.
Άρχισε να ζει ομαδικά, να καλλιεργεί την γή, εξημέρωσε ζώα.
Ένα χωριό, καμιά δεκαριά ξύλινες καλύβες αλυμένες με πηλό και χορταρένια σκεπή κοντά η μία στήν άλλη, γύρω γύρω χωράφια με σπαρτά, και στήν άκρη του χωριού, μέσα σε μια ξύλινη περίφραξη μερικά πρόβατα και κατσίκες.
Οι άνθρωποι του χωριού απασχολούνταν με διάφορες εργασίες ενώ τα παιδιά έπαιζαν χαρούμενα ανάμερα στίς καλύβες και μέσα στην φύση.
Μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων φάνικε από μακριά να πλησιάζει το χωριό, οι κάτοικοι του χωριού, σταμάτησαν και άρχισαν να κοιτούν προς τους νεοφερμένους?
Πλησίασαν το χωριό και μπήκαν μέσα, άρχισαν να σπάνε να καταστρέφουν και να σκοτώνουν τους κατοίκους του χωριού.
Σε λίγη ώρα όλοι οι κάτοικοι του χωριού, ήταν νεκροί, και οι καλύβες όλες καίγονταν, οι άνθρωποι που το είχαν κάνει, απομακρύνονταν τώρα κουβαλώντας ότι μπορούσαν από το χωριό, παίρνοντας μαζί τους και όσα πρόβατα και κατσίκες βρήκαν.
Ο χρόνος κοίταξε τον Θεό.
-Θα μάθουν, θέλουν χρόνο. Θα μάθουν.
Ο καιρός πάλι πέρασε οι άνθρωποι εξελίχτηκαν, άλλαξαν και μαζί τους άλλαξε και ή ζωή.
Άρχισαν να ζουν σε μεγαλύτερες ομάδες, έχτιζαν πόλεις, περιτριγυρισμένες με τοίχοι, με όμορφα κτίρια με αγορές ναούς θέατρα, είχαν καράβια, ταξίδευαν στίς θάλασσες, άμαξες, ταξίδευαν στίς στεριές, έκαναν γιορτές, αγώνες.
Μία πόλη, με τα λαμπερά παλάτια της,το θέατρο της, την αγορά της, και σπίτια, πολλά λιθόχτιστα σπίτια, και όλα περιτριγυρισμένα από ένα ψηλό τοίχος.
Μέσα στην πόλη, άνθρωποι απασχολούνταν με διάφορα.
Άλλοι εργάζονται, σε εργαστήρια άλλοι περπατούν συζητώντας.
Έξω από τα τοίχοι της πόλης, άλλοι άνθρωποι απασχολούνται με τις εργασίες στά χωράφια, άλλοι με τα κοπάδια, κάποιοι επιστρέφουν από κυνήγι και κάποιοι άλλοι από ψάρεμα.
Μία μητέρα με το παιδί της σε μια πλευρά του τοίχους, αγναντεύουν τον ήλιο να βασιλεύει στήν θάλασσα, και θαυμάζουν τα χρώματα που κοσμούν τον ουρανό, και το θαλασσινό νερό.
-Μαμά κοίτα, ένα καράβι, να και άλλο, και άλλο, τί όμορφα που είναι.
-Και άλλο, και άλλο, γέμισε η θάλασσα καράβια, έκανε η μητέρα τρομαγμένη.
-Πάμε, είπε στόν γιό της και έτρεξαν στό σπίτι τους.
Τα καράβια ένα ένα στήν αρχή και μετά πολλά μαζί έφταναν στην στεριά, σιδερόφραχτοι άνθρωποι κρατώντας λογής λογής όπλα έβγαιναν από τα καράβια που έφταναν.
Οι άνθρωποι τής πόλης κυνηγημένοι από τους ανθρώπους των καραβιών έτρεχαν προς την πόλη τους να σωθούν, κάποιοι δεν πρόλαβαν, Οι πόρτες έκλεισαν, και έμειναν έξω, βορά των ανθρώπων που έφεραν τα καράβια.
Πάνω στα τοίχοι φάνηκαν άλλοι άνθρωποι, της πόλης άνθρωποι, και αυτοί σιδερόφραχτοι, κρατώντας λογιών λογιών όπλα.
Ο πόλεμος άρχισε, άνθρωποι έπεφταν νεκροί και από τις δύο πλευρές.
Πέρασαν οι μέρες, οι μήνες. Ο πόλεμος συνεχιζόταν, μέσα στήν πόλη η πείνα η δίψα και οι αρρώστιες θέριζαν τους κατοίκους, οι δρόμοι σπαρμένη με πτώματα.
Μία μητέρα με το νεκρό παιδί της στην αγκαλιά περπατά στους έρημους δρόμους, το βλέμμα της στό άπειρο, δεν έχει πια λογικά, Μονολογεί, "Τί όμορφα καράβια".
Ένα σφύριγμα ακούγετε και σταματά πάνω της. Πέφτει και αυτή νεκρή.
-Λοιπών, τα είδες, λέει ο χρόνος στόν Θεό
-Έχουν λογική θα καταλάβουν. Μόνοι τους θα τα σταματήσουν όλα αυτά. Μπορούν να καταλάβουν το παράλογο. Θέλουν χρόνο, θα καταλάβουν
Ο χρόνος γύρισε προς την πόλη, οι άνθρωποι που είχαν φέρει τα καράβια είχαν τώρα μπεί μέσα, σκότωναν κατέστρεφαν έκαιγαν.
Γύρισαν στά καράβια κουβαλώντας ότι πολύτιμο υπήρχε σε αυτήν.
Η πόλη πια δεν υπήρχε, ότι είχε απομείνει όρθιο καιγώταν. και τίποτε δεν είχε απομείνει ζωντανό πια εκεί.
Άνθρωποι της πόλης που είχαν γλιτώσει σέρνονταν δεμένοι σε μακριές σειρές και στοιβάζονταν στά αμπάρια των καραβιών.
Τα καράβια έφυγαν και στόν ορίζοντα έβλεπες στήλες καπνού να υψώνονται εκεί που άλλοτε ήταν η πόλη.
Ο χρόνος κούνησε το κεφάλι.
Ο Θεός λέει ότι θέλουν χρόνο, ότι θα μάθουν, θα μάθουν όμως? θα καταλάβουν?
Πλησίασε τον Θεό.
-Θα μάθουν? Θα καταλάβουν? Μπορούν?
-Ναι μπορούν. Τους έχω χαρίσει την σκέψη. Μπορούν να καταλάβουν ότι η γή είναι αρκετά μεγάλη, μπορεί να τους θρέψει όλους, τους χωρά όλους, αρκεί να μοιραστούν δίκαια τα αγαθά της. Μπορούν να σκεφτούν τί είναι δίκαιο, να καταλάβουν τον παραλογισμό του πολέμου, της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, να ζήσουν ειρηνικά, ευτυχισμένα, να κάνουν την γή έναν παράδεισο, αυτό που πρέπει να είναι η γή. Ένας παράδεισος.
-Έχουν αρχίσει να καταλαβαίνουν, συνέχισε ο Θεός, ανακάλυψαν το θέατρο, την ζωγραφική, την μουσική, την φιλοσοφία, την αστρονομία, ανακαλύπτουν συνέχεια, τα θαυμάσια πράγματα που έχω ετοιμάσει για αυτούς.
-Αμφισβήτησαν το ότι η γή είναι επίπεδη αλλά δεν αμφισβήτησαν την δουλεία, απάντησε ο χρόνος.
-Ο άνθρωπος μαθαίνει σιγά σιγά, θα το καταλάβει ότι αυτό είναι λάθος. Θυμάσαι τη ήταν στήν αρχή ο άνθρωπος, ένα ζώο, ίδιο με τα άλλα, τώρα είναι εντελώς διαφορετικός, θυμίσου και σύγκρινε, υπάρχει τεράστια διαφορά, τεράστια εξέλιξη.
-Μακάρι, μακάρι ο άνθρωπος να φανεί αντάξιος των προσδοκιών μας και να φτιάξει έναν παράδεισο εδώ, σε τούτη την γωνιά του σύμπαντος. Αλλά φοβάμαι, ότι δεν θα γίνει έτσι. μακάρι να βγω ψεύτης αλλά δεν νομίζω να γίνει.
-Ο άνθρωπος είναι προικισμένος με σπάνια χαρίσματα, μπορεί να καταλάβει θα δεις θα καταλάβει.
-Μα γιατί δεν επεμβαίνεις για να διορθώσεις τα πράγματα?
-Είναι προτιμότερο να γίνει κάτι έστω και αργά, και να γίνει συνειδητά από τους ίδιους τους ανθρώπους παρά να τους το επιβάλω εγώ. Πρέπει να γίνει συνειδητά, πρέπει να καταλάβουν γιατί πρέπει να το κάνουν.
Ο Θεός και ο χρόνος γύρισαν τα μάτια τους προς την γή.
Είχε περάσει καιρός και ο άνθρωπος είχε αλλάξει, είχε εξελιχτεί.
Δεν ζούσα πια σε χωριά η πόλεις, αλλά έφτιαχνε μεγάλα κουτιά περίκλειστα που από το πάνω μέρος τους είχαν μια μεγάλη καμινάδα από την οποία έβγαινε πυκνός μαύρος καπνός
Αυτά τα κουτιά κινούνταν, και άφηναν πίσω τους μια μαύρη σκόνη που σκέπαζε τα πάντα.
Μέσα σε αυτά τα κουτιά ζούσαν τώρα οι άνθρωποι.
Ο χρόνος και ο Θεός κοιτάχτηκαν μεταξύ τους χωρίς να πουν κουβέντα, γύρισαν πάλι και κοιτούσαν τα κουτιά.
Σε κάποια σημεία άνθρωποι έφτιαχναν νέα κουτιά έμπαιναν μέσα και το νέο κουτί ξεκινούσε και κινούταν ανάμεσα στά άλλα.
Η ατμόσφαιρα άρχισε να μαυρίζει από τον καπνό που έβγαινε από τις καμινάδες των κουτιών, ενώ και η γή ήταν μαύρη από τη σκόνη που σκορπούσαν τα κουτιά ολόγυρα.
Ζώα και δένδρα δεν υπήρχαν πια, ποταμοί θάλασσες, όλα μαύρα και δύσοσμα, και παντού κουτιά να κινούνται σε ένα παράξενο ατέλειωτο χορό.
Πολλές φορές μεγάλα κουτιά πλησίαζαν μικρότερα και τα κατάπιναν, και τα κουτιά αυτά μεγάλωναν, η άλλες φορές, τα μεγαλύτερα κουτιά, χτυπούσαν και κατέστρεφαν τα μικρότερα, και οι άνθρωποι που ζούσαν στά κατεστραμένα κουτιά έτρεχαν και ζητούσαν να μπούν σε άλλα κουτιά, αλλά σπάνια τους άνοιγαν και τους άφηναν να μπούν.
Αυτό πού συχνότερα γινόταν, ήταν ότι τα κουτιά περνούσαν πάνω από τους ανυπεράσπιστους ανθρώπους που ζητούσαν να μπουν, αφήνοντας στήν μαύρη γή μια κόκκινη κηλίδα.
Η ατμόσφαιρα όλο και μαύριζε, ο ήλιος φαινόταν κόκκινος πιά από τόν καπνό και δεν μπορούσε να φωτίσει με τις ακτίνες του την γή, αλλά τα κουτιά δεν σταματούσαν, να βγάζουν πυκνό μαύρο καπνό από τίς καμινάδες τους, να τρώνε, να χτυπούν το ένα το άλλο, σε έναν ανατριχιαστικό χορό, ώσπου μια ατελείωτη νύχτα σκέπασε τα πάντα.
-Και τώρα? τί θα γίνει τώρα? τί θα κάνεις? Ρώτησε ό χρόνος.
-Τίποτε, απάντησε ο Θεός
-Γιατί τίποτε?
-Χάρισα στούς ανθρώπους ξεχωριστά χαρίσματα, είναι αρκετά έξυπνοι, για να καταστραφούν μόνοι τους, εμένα δεν με χρειάζονται.
Ο Θεός κούνησε το κεφάλι του και άρχισε να απομακρύνετε από εκείνη την γωνιά του σύμπαντος.
Ο χρόνος κοίταξε προς την γή μια τελευταία φορά.
Ένα μεγάλο κουτί κινήτε αργά. κάποιοι άνθρωποι το πλησιάζουν χτυπώντας με τα δυό τους χέρια το εξωτερικό τοίχωμα, φωνάζοντας να τούς ανοίξουν να μπούν.
Το κουτί γύρισε και άρχισε να πατά έναν έναν τους ανθρώπους, αφήνοντας πίσω του κόκκινες κηλίδες, οι άνθρωποι άρχισαν να τρέχουν να σωθούν, ένα δεύτερο κουτί φάνηκε μεγαλύτερο από το πρώτο, που αφού πάτησε όσους ανθρώπους είχαν γλιτώσει, μετατρεποντάς τους σε μικρούς κόκκινους λεκέδες στήν μαύρη γή, γύρισε και κατάπιε το άλλο κουτί.
Ο χρόνος κούνησε το κεφάλι του και άρχισε να απομακρύνετε γρήγορα προς το μέρος που πήγαινε ο Θεός, ο δημιουργός και του ίδιου.
Καθώς απομακρυνόταν άκουσε έναν μακρινό θόρυβο, γύρισε και είδε τον πλανήτη των κουτιών να διαλύεται σε κομμάτια και να σκορπίζετε στόν γύρω χώρο.
Γύρισε και συνέχισε τόν δρόμο του, όσπου έφτασε στό μέρος που είχε σταματήσει ο Θεός.
Εμεινε να κοιτάζει.
Ο Θεός γύρισε προς το μέρος του, τον κοίταξε και μετά άπλωσε το χέρι του σε μια σκοτεινή γωνιά του χώρου.
Γεννηθήτω φως. είπε, και εγένετο φως .............

15 σχόλια:

  1. τελικα οι άνθρωποι δε θα μάθουν ποτέ....

    οντως είναι αρκετα εξυπνοι για να καταστραφουν...

    θεε μου, ποσο λυπηρο ειναι αυτο...!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλημέρα Δήμητρα και καλό Σ/Κ σε εσένα και σε όλους τους φίλους, καλή Πρωτομαγιά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. ΕΚΦΡΑΣΟΥ,

    Φίλη μου πραγματικά όμως δεν θα μάθουν ποτέ.
    Σ' ευχαριστώ πολύ για την επίσκεψη!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Αstrapi

    Φίλε Κώστα καλησπέρα, καλά να περάσετε, καλό Σ/Κ!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Θεός και Χρόνος
    συμμαχοι αναντίον του Ανθρωπου...
    ταγμενοι και ορκισμένοι να τον δοκιμάζουν.....

    σε αντοχες
    σε ευγνωμοσύνη ή αχαριστία
    σε....
    σε σωστά...
    σε λάθη...

    σε ...
    σε..
    σε......


    ματακια μου.....

    με βρισκεις σε περίοδο που αναζητώ την Απεξαρτημενη από τη Θεϊκή παρεμβαση ΕΥΤΥΧΙΑ,
    όπου η Συνείδησή του με κριτήριο σεβασμού ΖΩΗΣ εκπαιδεύει τον ανεμο, τον ηλιο, το ποιημα.....


    σου αφηνω εκατομμύρια φιλακια......ελευθερα .....φωτεινα....και σκοτεινα ...μα παντα με την ίδια γευση της απόλαυσης....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. ~reflection~

    Κάκια μου,

    θαρρείς ότι υπάρχει απεξαρτημενη από τη Θεϊκή παρεμβαση ΕΥΤΥΧΙΑ????

    Πιστεύω, όπως πίστευε και ο
    ~Βολταίρος~ , πως και αν ακόμα δεν υπήρχε Θεός, θα έπρεπε να τον εφεύρουμε.

    Φιλιά ζεστά, αληθινά!!!! Καλό Σ/Κ και καλή πρωτομαγιά!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. ..το πιο καταστροφικο ον στον πλανητη ειναι ο ανθρωπος! :(


    καλη Πρωτομαγια να εχεις! :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. άνθρωπος-χρόνος σε αγωνιώδη πάλη διαρκή. η γαλήνη έρχεται μέσα από την πίστη στον Θεό που ο καθείς πιστεύει..
    φιλενάδα μου να έχεις μια όμορφη πρωτομαγιά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. iLiAs,

    Πραγματικά Ο άνθρωπος είναι το μόνο είδος αρπακτικού που στήνει μόνος του την παγίδα του, τη δολώνει, και μετά πέφτει μέσα σ’ αυτήν.

    Καλή πρωτομαγιά φίλε μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. ΛΥΧΝΟΣ ΚΑΙΟΜΕΝΟΣ,

    Φίλη μου καλή, όμορφη Πρωτομαγιά και σε σένα.

    Ο Θεός δίνει χρόνο, αλλά δεν ξεχνάει.

    Καλά να περάσετε!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. melissokomia kritis,

    Καλή Πρωτομαγιά!!! Να περάσετε όμορφα!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. aoratos,

    Του Μαΐου ροδοφαίνεται η μέρα

    που ωραιότερη φύση ξυπνάει

    και την κάνουν λαμπρά και γελάει

    πρασινάδες, αχτίδες, νερά.

    Άνθη κι άνθη βαστούνε στο χέρι

    παιδιά κι άντρες, γυναίκες και γέροι

    ασπροεντύματα, γέλια και κρότοι,

    όλοι οι δρόμοι γιομάτοι χαρά.

    Ναι, χαρείτε του χρόνου τη νιότη,

    άνδρες, γέροι, γυναίκες παιδιά.

    Καλή Πρωτομαγιά και σε σένα φίλε μου!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  13. Δήμητρα Καλή περασμένη σχεδόν Πρωτομαγιά..και σου εύχομαι να περπατάς στην ζωή σου με το φως μέσα σου και να φωτίζεις σε κάθε σου βήμα τα σκοτάδια έξω σου ..

    μια γλυκιά καληνύχτα

    ΑπάντησηΔιαγραφή